Blog

Οι προοπτικές του Real estate στα Μικτά Τουριστικά Καταλύματα Μικρής Κλίμακας

5 Νοεμβρίου 2021

Τα μικτά τουριστικά καταλύματα μικρής κλίμακας είναι μια νέα κατηγορία καταλύματος που εισήχθη ως έννοια στην τουριστική οικοδομική νομοθεσία με τον Ν.4759/2020. Ουσιαστικά έρχεται να συμπληρώσει – ως κατηγορία τουριστικού καταλύματος- το χάσμα ανάμεσα στα ξενοδοχεία κλασικού τύπου και τα πολύ μεγαλύτερα Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα. Αποτελεί μία ιδιαίτερη κατηγορία τουριστικών καταλυμάτων καθώς δίνει παράλληλα δυνατότητες ανάπτυξης του real estate ενώ ταυτόχρονα μπορούν να χωροθετηθούν και εντός εγκαταλελειμμένων οικισμών.

Ως Μικτά Τουριστικά Καταλύματα Μικρής Κλίμακας ορίζονται οι τουριστικές εγκαταστάσεις που αποτελούνται από ξενοδοχεία και τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες εμβαδού τουλάχιστον 40 τ.μ. έκαστη. Σε αντίθεση με τα Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα δεν απαιτούν Ειδικές Τουριστικές Υποδομές και μπορούν να αναπτυχθούν σε μικρότερα αναλογικά γήπεδα, μεταξύ 50.000 τ.μ. και 150.000 τ.μ. Επιπλέον, δομούνται με ενιαίο Συντελεστή Δόμησης (Σ.Δ.) ίσο με 0,20 με εξαίρεση τα νησιά της Κρήτης, Κέρκυρας, Εύβοιας και Ρόδου όπου ορίζεται σε 0,12.

Εκτός από μοχλός τουριστικής ανάπτυξης με μικρότερες επενδυτικές απαιτήσεις σε σχέση με τα Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα, τα Μικτά Τουριστικά Καταλύματα Μικρής Κλίμακας δίνουν ταυτόχρονα δυνατότητες ανάπτυξης Real Estate. Πιο συγκεκριμένα, δίνεται η δυνατότητα μακροχρόνιας μίσθωσης (τουλάχιστον 10 ετών) αλλά και σύστασης οριζοντίων και καθέτων διηρημένων ιδιοκτησιών καθώς και η μεταβίβαση σε τρίτους ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ’ αυτών σε ποσοστό 10% της συνολικής δομημένης επιφάνειας των εγκαταστάσεων. Προϋπόθεση για την εφαρμογή των παραπάνω είναι οι εγκαταστάσεις να πληρούν τουλάχιστον 6 από τα κριτήρια κτιριοδομικής και πολεοδομικής αναβάθμισης όπως ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία.

Όπως βλέπουμε από τα παραπάνω, μέσω της ανάπτυξης μιας τουριστικής επένδυσης ικανού μεγέθους, δίνεται η δυνατότητα π.χ. πώλησης ή μακροχρόνιας μίσθωσης μέρους των κατοικιών του Μικτού Τουριστικού Καταλύματος Μικρής Κλίμακας ως εξοχικές κατοικίες, προσθέτοντας ακόμη μία συνιστώσα στην ανάπτυξη μιας περιοχής πέραν της αμιγώς τουριστικής. Σε αντίθεση με την έως σήμερα επικρατούσα εκτός σχεδίου δόμηση κατοικίας, η οποία περιορίζεται όλο και περισσότερο μέσω της νομοθέτησης όλο και πιο αυστηρών όρων και περιορισμών δόμησης, το μοντέλο της υβριδικής ανάπτυξης τουριστικών και οικιστικών χρήσεων μπορεί να αποτελέσει μία νέα δυναμική στο real estate της παραθεριστικής κατοικίας.

Μία ακόμη ελκυστική επιλογή είναι η δυνατότητα χωροθέτησης του συγκεκριμένου τύπου τουριστικού καταλύματος εντός εγκαταλελειμμένων οικισμών προ του έτους 1923 ή κάτω των 2.000 κατοίκων σε συνδυασμό με την ανάπλαση τμήματος του οικισμού. Για τον σκοπό αυτό καταρτίζεται πρόγραμμα τουριστικής αξιοποίησης και οικιστικής αναζωογόνησης του οικείου οικισμού. Έτσι δίνεται η δυνατότητα διαφοροποίησης του τουριστικού προϊόντος σε σχέση με την πληθώρα παρόμοιων προτάσεων από τα υφιστάμενα ξενοδοχεία κλασικού τύπου, καθώς μπορούν να αναπτυχθούν νέες τυπολογίες καταλυμάτων σε συνδυασμό με μια διαφορετική εμπειρία φιλοξενίας που θα προσομοιάζουν πολύ περισσότερο έναν αυθεντικό τοπικό οικισμό. Και εδώ μπορούμε να διακρίνουμε τις προοπτικές του real estate, όπου οικισμοί εγκαταλελειμμένοι μπορούν να αποκτήσουν εκ νέου ζωή και να προσφέρουν νέες και ελκυστικές μορφές παραθεριστική κατοικίας. 

Για την δημιουργία Μικτών Τουριστικών Καταλυμάτων Μικρής Κλίμακας εκδίδεται κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Τουρισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία καθορίζει πέραν της γενικής διάταξης των εγκαταστάσεων, τους περιβαλλοντικού όρους που θα πρέπει να τηρηθούν. Για τον υπολογισμό των λοιπών όρων και περιορισμών δόμησης η έκταση στην οποία θα αναπτυχθούν οι εγκαταστάσεις λογίζεται ως ενιαίο σύνολο.

Τα στελέχη της Delta Engineering – Σύμβουλοι Μηχανικοί, μέλους του Ομίλου «ΣΑΜΑΡΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ», είναι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε πληροφορία και διευκρίνιση για τα παραπάνω θέματα, εφαρμόζοντας και αξιοποιώντας όλες τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, με στόχο την υποστήριξη όλων των αναπτυξιακών στρατηγικών που συμβάλουν στην αναβάθμιση και στην βελτιστοποίηση της τουριστικής ανάπτυξης σε όλη την επικράτεια.

Σύνταξη: Θωμάς Δαλαμπούρας | Διπλ. Αρχιτέκτων Μηχανικός ΑΠΘ | M.Arch The Bartlett UCL | MBA ΕΑΠ | Τομέας Τουριστικών Καταλυμάτων

Ενεργειακή αποδοτικότητα κτιρίων | Ο ορίζοντας του 2050

29 Οκτωβρίου 2021

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ, στην Ελλάδα ο κτιριακός τομέας αποτελείται κατά 77% περίπου από κτίρια του οικιακού τομέα και 23% του τριτογενή. Η κατανάλωση ενέργειας στα ελληνικά κτίρια είναι 37% περίπου (25% κατοικίες και 12% τριτογενής τομέας) της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας, 65% περίπου (36% κατοικίες και 29% τριτογενής τομέας) της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ συμβάλλουν και κατά 52% περίπου (32% κατοικίες και 30% τριτογενής τομέας) στις συνολικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε επίπεδο χώρας. Σύμφωνα επίσης με τα στοιχεία της ίδιας έρευνας, το 60% του συνόλου των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980, δεν διαθέτουν θερμομόνωση, παρουσιάζουν χαμηλή ενεργειακή απόδοση και στην πλειονότητά τους διαθέτουν παλιές ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις.

Δεδομένο είναι πως το κτιριακό απόθεμα στην Ελλάδα συντίθεται κυρίως από κτίρια κατοικιών και ένα αριθμό κτιρίων άλλων χρήσεων του τριτογενούς τομέα, τα οποία απογράφονται κάθε δέκα χρόνια στο σύνολο της επικράτειας. Σύμφωνα με την τελευταία Απογραφή Κτιρίων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ο αριθμός των κτιρίων της χώρας είναι 4.105.637 και από το σύνολο των κτιρίων, τα 3.775.848 (ποσοστό 92,0%) είναι αποκλειστικής χρήσης ενώ τα 329.789 (ποσοστό 8,0%) μικτής χρήσης. Τα κτίρια στην πλειοψηφία τους είναι κατασκευασμένα με συμβατικά υλικά παρωχημένης τεχνολογίας και άρα είτε θερμικά απροστάτευτα είτε με ανεπαρκή θερμική μόνωση. Σχετικά με τη χρονική περίοδο κατασκευής των κτιρίων, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό τους (704.340 κτίρια) κατασκευάστηκε την περίοδο 1971-1980 (ποσοστό 17,2%). Τα αμέσως επόμενα ποσοστά είναι 15,6% (639.475 κτίρια) που κατασκευάστηκαν τη χρονική περίοδο 1961-1970 και 14% (573.250 κτίρια) που κατασκευάστηκαν την περίοδο 1946-1960.

Σημειώνεται ακόμη πως σε ότι αφορά κτίρια που στεγάζουν δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες, δεν υπάρχουν δεδομένα που να επαρκούν για το ακριβές πλήθος των κτιρίων σε συνάρτηση με τη χρήση και τα ενεργειακά χαρακτηριστικά τους. Ωστόσο, η τελευταία απογραφή αποτιμούσε τα κτίρια που στεγάζουν την Κεντρική και Αποκεντρωμένη Διοίκηση, τους ΟΤΑ και τα Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. περί των 112.000 κτιρίων.

Από τα μέχρι τώρα δεδομένα προκύπτει πως το δημόσιο κτιριακό δυναμικό της χώρας είναι ενεργειακά “γερασμένο”. Τα κτίρια, ανάλογα με τον χρόνο κατασκευής τους, κατανέμονται σε 3 βασικές χρονολογικές περιόδους κατασκευής, η διάκριση των οποίων στηρίζεται στη διαφοροποίηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Βασικοί σταθμοί του νομικού πλαισίου είναι το 1980, όπου θεσπίστηκε ο Κανονισμός Θερμομόνωσης Κτιρίων (ΚΘΚ) και το 2010 με τη θέσπιση του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης των Κτιρίων (ΚΕΝΑΚ). Τα κτίρια λοιπόν χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες, ανάλογα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και τους αντίστοιχους ενεργειακούς περιορισμούς όσον αφορά στο κέλυφος και στα ηλεκτρομηχανολογικά συστήματα:

  • Σε κτίρια πριν το 1980, που ουσιαστικά είναι θερμικά απροστάτευτα.
  • Σε κτίρια από το 1981 έως το 2000, όπου εφαρμόζονται συστήματα θερμομόνωσης.
  • Σε κτίρια από το 2001 έως το 2010, προ ΚΕΝΑΚ, όπου εφαρμόζονται αποσπασματικά νέες ενεργειακές τεχνολογίες και προϊόντα.
  • Σε κτίρια από το 2010 και έπειτα, τα οποία εναρμονίζονται στις ενεργειακές απαιτήσεις του ΚΕΝΑΚ.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί πως η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας αποτελεί κεντρικό πυλώνα της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ενέργεια, καθώς μπορεί να υποστηρίξει επιμέρους στόχους της και ειδικότερα αυτούς της ασφάλειας εφοδιασμού ενέργειας σε όλους τους καταναλωτές (επιχειρήσεις, βιομηχανία, νοικοκυριά), του περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και της δημιουργίας των απαραίτητων δομών για το μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Tην τρέχουσα χρονική περίοδο, με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής να είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς, η μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος αποτελεί ζητούμενο αυτή τη στιγμή τόσο πανευρωπαϊκά όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές το σημερινό πλαίσιο στο οποίο πλέον η βελτίωση της ενεργειακής συμπεριφοράς υφιστάμενων κτιρίων και του περιβάλλοντα χώρου τους, που ως οικοδομικά κελύφη είναι κατασκευασμένα προ 30ετίας, αποτελεί και θεσμικά ζητούμενο.

Ο “Ενεργειακός οδικός χάρτης 2050” της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ενέργεια και το Κλίμα, που αποτελεί το θεμέλιο της διαμόρφωσης της ενεργειακής πολιτικής με ορίζοντα το 2050, έχει ως κύριο στόχο την αναμόρφωση των ενεργειακών συστημάτων των κρατών-μελών. Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας είναι απαραίτητη για τον περιορισμό των αερίων του θερμοκηπίου κατά 80-95% έως το 2050, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Σε αυτόν το άξονα, η ενεργειακή αναβάθμιση των υφιστάμενων κτιρίων και μάλιστα αυτών δημόσιου χαρακτήρα, αναμένεται να επιφέρει σημαντικά οφέλη, τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και αναφορικά με την προστασία του περιβάλλοντος.

Είναι πολύ σημαντικό να διερευνηθούν τρόποι, προγράμματα και δράσεις ενεργειακής αναβάθμισης του κτιριακού αποθέματος δημόσιου χαρακτήρα στην χώρα μας, μιας και είναι πλέον επιτακτικό τόσο θεσμικά, όσο και περιβαλλοντικά και οικονομικά, αφού βλέπουμε πλέον τις επιπτώσεις που επιφέρει η κλιματική αλλαγή. Επίκαιρο όσο τίποτε άλλο το θέμα της κλιματικής αλλαγής, αλλάζει τα μέχρι τώρα δεδομένα όπως τα ξέρουμε. Μέχρι σήμερα, 15 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν θεσπίσει στρατηγική προσαρμογής, ενώ άλλα έχουν αρχίσει να καταστρώνουν σχετικές στρατηγικές. Ορισμένες από τις στρατηγικές που έχουν θεσπιστεί συνοδεύονται από σχέδια δράσης και έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος όσον αφορά την ένταξη μέτρων προσαρμογής στις τομεακές πολιτικές.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, η προσαρμογή βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο, με σχετικά λίγα συγκεκριμένα μέτρα στην πράξη. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν καταρτίσει τομεακά σχέδια, όπως σχέδια για την αντιμετώπιση του καύσωνα και της ξηρασίας, αλλά μόνον το ένα τρίτο διενήργησε συνολική εκτίμηση τρωτότητας για την υποστήριξη της πολιτικής. Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση αποδεικνύονται ιδιαίτερα δυσχερείς, επειδή δεν έχουν αναπτυχθεί σχεδόν καθόλου δείκτες και μεθοδολογίες παρακολούθησης.

Γενικός στόχος της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προσαρμογή είναι η συμβολή στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της Ευρώπης στην κλιματική αλλαγή. Αυτό σημαίνει αύξηση της ετοιμότητας και της ικανότητας αντιμετώπισης των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, διαμόρφωση συνεκτικής προσέγγισης και βελτίωση του συντονισμού.

Οι επεμβάσεις στο κέλυφος των κτιρίων δύναται να βελτιώσουν την περιβαλλοντική συμπεριφορά υφιστάμενων κτιρίων τριτογενούς τομέα και να βελτιώσουν από τη μια τις συνθήκες θερμικής άνεσης του χρήστη ενώ από την άλλη να εξοικονομήσουν ενέργεια, στον άξονα της αειφόρου ανάπτυξης και της δημιουργίας κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.

Τα στελέχη της «Delta Engineering – Σύμβουλοι Μηχανικοί», μέλους του Ομίλου «ΣΑΜΑΡΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ», είναι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε πληροφορία και διευκρίνιση για τα ανωτέρω θέματα, εφαρμόζοντας και αξιοποιώντας όλες τις κατάλληλες τεχνικές και πρακτικές στον άξονα της περιβαλλοντικής διαχείρισης και αειφόρου ανάπτυξης των έργων σας.

Σύνταξη: Δημήτρης Μακρίσης | Διπλ. Αρχιτέκτονας Μηχανικός, MSc Περιβαλλοντικός Σχεδιασμός | Τομέας Μελετών & Αδειοδοτήσεων Ιδιωτικών Έργων

Πηγή εικόνας: www.archdaily.com

ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΕΙΣΜΙΚΗ ΘΩΡΑΚΙΣΗ ΚΤΙΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

22 Οκτωβρίου 2021

Η Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της γεωλογικής της μορφολογίας είναι μια σεισμογενής χώρα. Κατέχει την πρώτη θέση από πλευράς σεισμικότητας στην Ευρώπη και την έκτη παγκοσμίως (μετά την Ιαπωνία, Νέες Εβρίδες, Περού, τα νησιά Σολομώντα, και την Χιλή).

Ιστορικά, έχει υποστεί σεισμούς μεγάλης έντασης: ο ισχυρότερος σεισμός στην ιστορία της Ελλάδας θεωρείται εκείνος της Ρόδου, στις 26 Ιουνίου του 1926, έντασης 8 ρίχτερ. Θεωρήθηκε παγκόσμιος, καθώς επηρέασε 10 ακόμα χώρες. Στις 12 Αυγούστου του 1953 ο σεισμός των 7.2 ρίχτερ στην Κεφαλλονιά αφήνει πίσω του πολλά θύματα και σοβαρές υλικές ζημιές, επηρεάζοντας, επίσης, και τη Ζάκυνθο και την Ιθάκη. Από το σύνολο των κατοικιών των τριών νησιών (33.000) τα 27.659 κατέρρευσαν, τα 2.780 έπαθαν σοβαρές υλικές ζημιές και τα υπόλοιπα έπαθαν ελαφρύτερες. Στην Αθήνα του 1999 ο σεισμός των 5,9 ρίχτερ γίνεται ο φονικότερος σεισμός των τελευταίων 50 χρόνων, ενώ πάνω από 50.000 άνθρωποι έμειναν άστεγοι.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η ανάγκη της αντισεισμικής θωράκισης των κτιρίων, τόσο ιδιωτικών όσο και δημόσιων, καθώς και της ενίσχυσης των αντίστοιχων ελέγχων είναι περισσότερο από επιτακτική.

Ο αντισεισμικός σχεδιασμός αναφέρεται στο σχεδιασμό κατασκευών ικανών να ανθίστανται επαρκώς σε σεισμικές διεγέρσεις με σκοπό τη μεγιστοποίηση της ασφάλειας των ανθρώπων. Κάθε κατασκευή είναι ξεχωριστή λόγω της περιοχής, της γεωλογίας του εδάφους αλλά και γεωμετρικών και σχεδιαστικών χαρακτηριστικών του κτιρίου.

  • Ο πρώτος ελληνικός αντισεισμικός κανονισμός συντάχθηκε το 1959 (ΦΕΚ 36Α/26-02-1959), με τα κτίρια που έχουν ανεγερθεί πριν από αυτόν να μην έχουν περιλάβει καμία αντισεισμική αρχή στο σχεδιασμό τους.
  • Το 1984 ο νόμος εμπλουτίστηκε με πρόσθετα άρθρα (ΦΕΚ 239Β/16-04-1984) τα οποία εφαρμόστηκαν το 1985. Κατά την περίοδο αυτή εισάγεται για πρώτη φορά η έννοια της σπουδαιότητας κτιρίων, ανάλογα με τις συνέπειες ενδεχόµενης κατάρρευσης αµέσως µετά τον σεισµό.
  • Μετά το 2000 ισχύει ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός (ΕΑΚ) – 2000 (ΦΕΚ 1564Β/22-12-2000) με νέες τροποποιήσεις και διευκρινήσεις. Βάσει αυτού διαχωρίζεται η χώρα σε ζώνες σεισμικής επικινδυνότητας.
  • Τα τελευταία έτη ενσωματώνονται αρχές και διατάξεις του Ευρωπαϊκού Αντισεισμικού Κανονισμού (Ευρωκώδικας 8 – Αντισεισμικός Σχεδιασμός), ο οποίος έχει ως στόχο να βελτιώσει την ασφάλεια των κτιρίων υπό ανέγερση. Σύμφωνα με αυτόν, η διαχείριση της σεισμικής κρίσης ενός μεγάλου και καταστροφικού σεισμού αφορά όχι μόνο το κάθε κτίριο μεμονωμένα αλλά το σύνολο του δομημένου περιβάλλοντος που έχει οικοδομηθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους με διαφορετικούς κανονισμούς, ή και χωρίς κανένα κανονισμό.

Η εμπειρία έχει δείξει ότι πέραν των κτιρίων προ του 1959 καθώς και κτιρίων με ακραίες μη μελετημένες αυθαιρεσίες (π.χ. προσθήκη ορόφου ή ορόφων χωρίς πρόβλεψη), τα κτίρια της περιόδου 1959-2000 παρουσιάζουν καλή -τηρουμένων των αναλογιών- συμπεριφορά, με λίγες ή και μηδενικές απαιτούμενες ενισχύσεις. Έτσι, κατασκευές που πρωτίστως πρέπει να ελεγχθούν για τη δομική τους τρωτότητα και την αντισεισμική τους συμπεριφορά είναι κατά κύριο λόγο οι ακόλουθες:

  • Κατασκευές οι οποίες έχουν χτιστεί πριν από το 1980 και δη το 1959 (χωρίς αντισεισμικές προδιαγραφές).
  • Δημόσια κτίρια και κτίρια υψηλής σπουδαιότητας και σημασίας (σχολεία, νοσοκομεία, χώροι συνάθροισης κοινού).
  • Αυθαίρετες κατασκευές που έχουν υπαχθεί σε διατάξεις ρύθμισης αυθαίρετων κατασκευών (Ν.4014/2011, Ν.4178/2013, Ν.4495/2017) και έχουν χαρακτηριστεί ως «υψηλού κινδύνου».
  • Εξ ολοκλήρου αυθαίρετες κατασκευές μετά το 1982.
  • Κατασκευές με αυθαίρετα τμήματα, που επιβαρύνουν τη στατική επάρκεια ενός κτιρίου.

Ενδεικτικά, σημειώνεται ότι στην Ελλάδα σήμερα πάνω από 250.000 αυθαίρετα δεν έχουν καμία οικοδομική άδεια. Όσον αφορά τα δημόσια κτίρια, από τα 80.000 κτίρια, ενδελεχείς έλεγχοι έχουν γίνει μόνο στα 15.000.

Τα στελέχη της «Delta Engineering – Σύμβουλοι Μηχανικοί», μέλους του Ομίλου «ΣΑΜΑΡΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ», είναι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε πληροφορία και διευκρίνιση για όλα τα ανωτέρω, εφαρμόζοντας και αξιοποιώντας όλες τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις για τον έλεγχο της στατικής επάρκειας της ιδιοκτησίας σας και τον άρτιο αντισεισμικό σχεδιασμό των κατασκευών.

Σύνταξη και επιμέλεια:

Ελένη Μαμιδάκη, Αρχιτέκτονας Μηχανικός, Τομέας Μελετών & Αδειοδοτήσεων Ιδιωτικών Έργων

Αρετή Μπαντή, Διπλ. Πολιτικός Μηχανικός MSc., Τομέας Τεχνικού Ελέγχου Ακινήτων